εσπέρα

εσπέρα
η вечер, вечернее время;

καλήν εσπέραν! — добрый вечер!


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "εσπέρα" в других словарях:

  • ἑσπέρα — ἑσπέρᾱ , ἑσπέρα evening fem nom/voc/acc dual (ionic) ἑσπέρᾱ , ἑσπέρα evening fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑσπέρᾳ — ἑσπέρᾱͅ , ἑσπέρα evening fem dat sg (attic doric ionic aeolic) ἑσπέραι , ἑσπέρα evening fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσπέρα — ἐσπέρᾱ , εἰσπεράω pass over into pres imperat act 2nd sg ἐσπέρᾱ , εἰσπεράω pass over into imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εσπέρα — η (AM ἑσπέρα, Α ιων. τ. ἑσπέρη) 1. (ενν. ώρα) το τέλος τής ημέρας, το χρονικό διάστημα από τη δύση τού ηλίου μέχρι να επικρατήσει το νυχτερινό σκοτάδι (ή και ακόμη περισσότερο) 2. (ενν. χώρα) το δυτικό μέρος τού ορίζοντα, η δύση μσν. νεοελλ. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • ἕσπερα — ἕσπερος of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσπέραν — ἐσπέρᾱν , εἰσπεράω pass over into imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἐσπέρᾱν , εἰσπεράω pass over into imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἐσπέρᾱν , εἰσπεράω pass over into imperf ind act 3rd pl (attic epic doric aeolic) ἐσπέρᾱν , εἰσπεράω …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑσπέρας — ἑσπέρᾱς , ἑσπέρα evening fem acc pl (ionic) ἑσπέρᾱς , ἑσπέρα evening fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑσπέραι — ἑσπέρᾱͅ , ἑσπέρα evening fem dat sg (attic doric ionic aeolic) ἑσπέρα evening fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσπέρας — ἐσπέρᾱς , εἰσπεράω pass over into pres ind act 2nd sg (attic) ἐσπέρᾱς , εἰσπεράω pass over into imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑσπέραν — ἑσπέρᾱν , ἑσπέρα evening fem acc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕσπερ' — ἕσπερα , ἕσπερος of neut nom/voc/acc pl ἕσπερε , ἕσπερος of masc/fem voc sg ἕσπεραι , ἑσπέρα evening fem nom/voc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»